Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026

Συνέντευξη με τον Σαμιώτη προπονητή Παναγιώτη Γκίλα

Ο Παναγιώτης Γκίλας είναι πρώην ποδοσφαιριστής και νυν προπονητής ποδοσφαίρου, με καταγωγή από τη Σάμο.
Κατά τη διάρκεια της πολυετούς ποδοσφαιρικής του καριέρας αγωνιζόταν ως κεντρικός αμυντικός (στόπερ), ενώ ολοκλήρωσε την ενεργό δράση του ως παίκτης αγωνιζόμενος με τη φανέλα του Αστέρα Χαϊδαρίου.
Μετά την απόσυρσή του από τα γήπεδα ως παίκτης, στράφηκε ενεργά στην προπονητική και την ανάπτυξη νέων ταλέντων:
Προπονητική Υπόσταση: Είναι κάτοχος διπλώματος UEFA Α, απόφοιτος σχολής προπονητών και διαθέτει δίπλωμα στο αθλητικό μάνατζμεντ.
Παρουσία σε Ακαδημίες: Εργάστηκε για χρόνια ως πιστοποιημένος προπονητής στις επίσημες σχολές της ισπανικής Valencia CF Academy στην Ελλάδα. 
Τεχνικό Επιτελείο: Έχει αναλάβει καθήκοντα τόσο στα τμήματα υποδομής (ακαδημίες) όσο και ως άμεσος συνεργάτης στην τεχνική ηγεσία του ανδρικού τμήματος του Αστέρα Χαϊδαρίου.


Πριν μιλήσουμε για την προπονητική σας πορεία στα τμήματα υποδομής του Αστέρα Χαϊδαρίου, πρέπει να σταθούμε στη μεγάλη σας πορεία ως ποδοσφαιριστής. Πώς ξεκινήσατε, εξελιχθήκατε και μεγαλώσατε μέσα από αυτή σας την εμπειρία;

Το ποδόσφαιρο για μένα είναι ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Μέσα από αυτό ουσιαστικά μεγάλωσα και διαμορφώθηκα, όχι μόνο ως αθλητής αλλά και ως άνθρωπος.
Η πορεία μου ως ποδοσφαιριστής μού έδωσε εμπειρίες που σήμερα καταλαβαίνω διαφορετικά. Όταν είσαι παίκτης ζεις το παιχνίδι από μέσα. Ζεις την προπόνηση, τον ανταγωνισμό, τη νίκη, την ήττα, την πίεση, τα αποδυτήρια, τις διαφορετικές προσωπικότητες προπονητών και συμπαικτών.
Αργότερα, όταν περνάς στην προπονητική, αρχίζεις να επεξεργάζεσαι ξανά όλες αυτές τις εμπειρίες.
Και ίσως αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα πράγματα που μου έδωσε η πορεία μου ως ποδοσφαιριστή: μπορώ πολλές φορές να καταλάβω τι αισθάνεται ο παίκτης που έχω απέναντί μου.
Παρόλα αυτά, θεωρώ πολύ σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε κάτι: το γεγονός ότι κάποιος έπαιξε ποδόσφαιρο δεν σημαίνει αυτομάτως ότι γνωρίζει και πώς να το διδάξει.
Η εμπειρία είναι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι. Από εκεί και πέρα χρειάζεται εκπαίδευση, παρατήρηση, μελέτη και κυρίως διάθεση να αμφισβητείς ακόμη και πράγματα που θεωρούσες δεδομένα.


– Η μετάβαση στην προπονητική ήταν κάτι που ήρθε φυσικά, προέκυψε στην πορεία ή εξαρχής αυτός ήταν ο στόχος;
Θα έλεγα ότι ήρθε αρκετά φυσικά.
Όσο περνούσαν τα χρόνια, άρχισε να με ενδιαφέρει όλο και περισσότερο όχι μόνο το «τι» συμβαίνει μέσα στο παιχνίδι αλλά κυρίως το «γιατί» συμβαίνει.
Γιατί ένας παίκτης παίρνει μια συγκεκριμένη απόφαση;
Γιατί δύο παιδιά της ίδιας ηλικίας αντιλαμβάνονται διαφορετικά την ίδια κατάσταση;
Πώς μπορούμε πραγματικά να βοηθήσουμε ένα παιδί εξελιχθεί; Να είναι αυτόνομο.
Αυτές οι ερωτήσεις με οδήγησαν σταδιακά πολύ πιο βαθιά στην προπονητική.
Σήμερα, μάλιστα, όσο περισσότερο ασχολούμαι με αυτή τόσο περισσότερο καταλαβαίνω πόσα πράγματα έχουμε ακόμη να μάθουμε.
Για μένα ο προπονητής πρέπει να παραμένει και ο ίδιος μαθητής του παιχνιδιού.

– Έχοντας σπουδές στον χώρο, τι πιστεύετε ότι σας βοήθησε περισσότερο στην κατανόηση του αθλήματος; 


Η μακροχρόνια πορεία σας στα γήπεδα ως παίκτης ή το ακαδημαϊκό υπόβαθρο;
Δεν θα μπορούσα να διαλέξω μόνο το ένα.
Η εμπειρία ως ποδοσφαιριστής μου έδωσε τη βιωματική πλευρά του παιχνιδιού. Η εκπαίδευση, οι σπουδές και η προπονητική μου εξέλιξη, μέχρι και το UEFAA μέσα από τις μεθοδολογική προσέγγιση του δικτιού της ValenciaC.F. και ArsenalF.C. με βοήθησαν να αρχίσω να οργανώνω, να ερμηνεύω αλλά και πολλές φορές να αμφισβητώ αυτή την εμπειρία.
Και θεωρώ ότι υπάρχει και ένας τρίτος παράγοντας, εξίσου σημαντικός: η συνεχής μάθηση.
Το ποδόσφαιρο εξελίσσεται συνεχώς. Η επιστήμη εξελίσσεται. Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη μάθηση και την ανάπτυξη των παιδιών εξελίσσεται.
Επομένως, για μένα δεν υπάρχει σημείο στο οποίο ένας προπονητής μπορεί να πει «τώρα τα έμαθα».
Προσπαθώ συνεχώς να μελετώ νέες έρευνες, διαφορετικές μεθοδολογίες και διαφορετικές σχολές σκέψης και μετά να αναρωτιέμαι: τι από όλα αυτά έχει πραγματικά εφαρμογή στο δικό μας περιβάλλον και στα δικά μας παιδιά;
Γιατί η γνώση έχει αξία όταν μπορείς να τη μετατρέψεις σε καλύτερη καθημερινή προπονητική πρακτική.


– Η συνεργασία σας ως προπονητής με τις σχολές της Arsenal αρχικά και στο δίκτυο της Valencia στη Νοτιοανατολική Ευρώπη τώρα πώς προέκυψε;

Κάθε συνεργασία αποτέλεσε ένα διαφορετικό στάδιο της εξέλιξής μου.
Η εμπειρία από τις σχολές της Arsenal ήταν ένα σημαντικό κομμάτι αυτής της διαδρομής και αργότερα η συνεργασία με το δίκτυο της ValenciaCF μού έδωσε τη δυνατότητα να έρθω ακόμη περισσότερο σε επαφή με μια διαφορετική ποδοσφαιρική κουλτούρα και με έναν οργανωμένο τρόπο ανάπτυξης νεαρών ποδοσφαιριστών.
Στο δίκτυο της Valenciaέχω τη δυνατότητα να εργαστώ με αναπτυξιακές ηλικίες, να συμμετέχω σε διαδικασίες επιλογής και ανάπτυξης παικτών και να δω από κοντά πόσο σημαντικό είναι να υπάρχει μια κοινή κατεύθυνση μέσα σε μια ακαδημία.
Το σημαντικότερο όμως για μένα δεν είναι να αναφέρουμε απλώς τα ονόματα Arsenal ή Valencia.
Το πραγματικό όφελος είναι τι μαθαίνεις από αυτές τις συνεργασίες και τι μπορείς να μεταφέρεις στο δικό σου περιβάλλον χωρίς να αντιγράφεις μηχανικά ένα ξένο μοντέλο.


– Πόσο σημαντικό είναι για ομάδες τοπικού επιπέδου να συνεργάζονται με μεγαθήρια του παγκοσμίου ποδοσφαίρου και τι μπορεί να μάθει το ελληνικό ποδόσφαιρο από την επαφή με ξένες μεθοδολογίες;
Είναι πολύ σημαντικό, αρκεί να αντιληφθούμε σωστά τον λόγο για τον οποίο γίνεται μια τέτοια συνεργασία.
Δεν θεωρώ ότι πρέπει να αντιγράψουμε τη Valencia, την Arsenal, την Barcelona ή οποιονδήποτε άλλο μεγάλο οργανισμό και να πιστεύουμε ότι επειδή κάτι λειτουργεί στην Ισπανία ή στην Αγγλία θα λειτουργήσει αυτομάτως και στην Ελλάδα.
Πρέπει να μάθουμε τον τρόπο σκέψης πίσω από τη μεθοδολογία.
Για μένα αυτό είναι το σημαντικότερο.
Να υπάρχει μια ξεκάθαρη φιλοσοφία ανάπτυξης. Να υπάρχει σύνδεση μεταξύ των ηλικιακών κατηγοριών. Να εκπαιδεύονται συνεχώς οι προπονητές. Να αξιολογούμε τη διαδικασία και όχι μόνο το αποτέλεσμα του Σαββατοκύριακου. Να κατανοούμε ότι δύο παιδιά της ίδιας χρονολογικής ηλικίας μπορεί να βρίσκονται σε εντελώς διαφορετικό βιολογικό και αναπτυξιακό στάδιο.
Και κυρίως να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε το αναπτυξιακό ποδόσφαιρο σαν μια μικρογραφία του ποδοσφαίρου ενηλίκων.
Ένα παιδί 8, 10 ή 12 ετών δεν είναι ένας μικρός επαγγελματίας ποδοσφαιριστής.
Είναι ένα παιδί που μαθαίνει μέσα από το ποδόσφαιρο.
Αυτό αλλάζει ολόκληρη τη φιλοσοφία μιας ακαδημίας.


– Ως προπονητής ποιες είναι οι βασικές αρχές που ακολουθείτε και μεταφέρετε στους νεαρούς αθλητές και αθλήτριες;
Η πρώτη αρχή μου είναι ότι ο ποδοσφαιριστής πρέπει να βρίσκεται στο κέντρο της μαθησιακής διαδικασίας και όχι ο προπονητής.
Δεν θέλω έναν παίκτη που κάθε πέντε δευτερόλεπτα κοιτάζει προς τον πάγκο περιμένοντας να του πω τι πρέπει να κάνει.
Θέλω έναν παίκτη που να παρατηρεί, αντιλαμβάνεται, αποφασίζει, ενεργεί, κάνει λάθος, προσαρμόζεται και ξαναπροσπαθεί. Δηλαδή να αυτοοργανώνεται μέσα στο χάος του παιχνιδιού.
Το ποδόσφαιρο είναι ένα εξαιρετικά δυναμικό παιχνίδι. Οι καταστάσεις αλλάζουν συνεχώς και σχεδόν ποτέ δεν επαναλαμβάνονται με ακριβώς τον ίδιο τρόπο.
Γι' αυτό και στην προπόνηση προσπαθώ να δημιουργώ καταστάσεις στις οποίες το παιδί πρέπει να αντιλαμβάνεται πληροφορίες από το πραγματικό περιβάλλον του παιχνιδιού: την μπάλα, τον χώρο, τους συμπαίκτες, τους αντιπάλους, τον χρόνο και την πίεση.
Ο ρόλος μας ως προπονητές δεν είναι να δίνουμε συνεχώς τις λύσεις.
Είναι να δημιουργούμε τα κατάλληλα προβλήματα ώστε οι παίκτες να ανακαλύπτουν λειτουργικές λύσεις.
Γι' αυτό με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα έννοιες όπως η αυτονομία, η προσαρμοστικότητα, η λήψη αποφάσεων και η σύνδεση αντίληψης και δράσης.
Και κάτι ακόμη που θεωρώ θεμελιώδες: το λάθος είναι πληροφορία.
Αν ένα παιδί φοβάται να κάνει λάθος επειδή θα ακούσει αμέσως τη φωνή του προπονητή ή του γονέα, πολύ δύσκολα θα αναπτύξει δημιουργικότητα και αυτονομία.
Ο στόχος λοιπόν δεν είναι να δημιουργήσουμε παίκτες που εκτελούν τέλεια τις εντολές μας.
Θέλουμε να δημιουργήσουμε ποδοσφαιριστές που μπορούν να παίξουν χωρίς να χρειάζονται εμάς για κάθε τους απόφαση.

– Πώς βλέπετε την ομάδα την ερχόμενη σεζόν και ποιοι είναι οι στόχοι σας για φέτος;
Είμαι αισιόδοξος, αλλά προσπαθώ πάντα να βλέπω την ανάπτυξη ως μια μακροχρόνια διαδικασία.
Φυσικά θέλουμε οι ομάδες μας να είναι ανταγωνιστικές. Τα παιδιά θέλουν να κερδίζουν και είναι απολύτως φυσιολογικό. Δεν θεωρώ ότι ανάπτυξη και ανταγωνισμός είναι αντίθετες έννοιες.
Το ερώτημα είναι τι θυσιάζουμε για να κερδίσουμε σήμερα.
Ο βασικός στόχος μου είναι στο τέλος της χρονιάς να μπορούμε να κοιτάξουμε κάθε παιδί ξεχωριστά και να πούμε ότι έχει εξελιχθεί.
Να αντιλαμβάνεται καλύτερα το παιχνίδι.
Να παίρνει περισσότερες πρωτοβουλίες.
Να έχει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.
Να συνεργάζεται καλύτερα.
Να μπορεί να προσαρμόζεται σε διαφορετικές αγωνιστικές καταστάσεις.
Παράλληλα, με ενδιαφέρει πάρα πολύ και η εξέλιξη των ίδιων των προπονητών.
Θέλω να δημιουργούμε ένα περιβάλλον στο οποίο και οι προπονητές συζητούν, ανταλλάσσουν απόψεις, αξιολογούν τις προπονήσεις τους, αμφισβητούν πρακτικές και εξελίσσονται.
Γιατί τελικά, καλύτεροι προπονητές σημαίνει καλύτερο περιβάλλον για τα παιδιά.

– Τι έχετε να πείτε ως συμβουλή στα παιδιά που θέλουν να ασχοληθούν με το άθλημα αλλά και στους γονείς τους;
Στα παιδιά θα έλεγα πρώτα απ' όλα: Παίξτε , διασκεδάστε και τέλος απολαύστε το.
Αγαπήστε το παιχνίδι. Δοκιμάστε πράγματα. Κάντε λάθη. Παίξτε με φίλους. Μην φοβάστε να χάσετε την μπάλα και μην συγκρίνετε συνεχώς τον εαυτό σας με το παιδί που βρίσκεται δίπλα σας.
Η ανάπτυξη δεν είναι ευθεία γραμμή.
Κάποιος εξελίσσεται νωρίτερα, κάποιος αργότερα. Ένα παιδί μπορεί στα 12 να φαίνεται ότι βρίσκεται πίσω και μερικά χρόνια αργότερα η εικόνα να είναι εντελώς διαφορετική.
Στους γονείς θα έλεγα κάτι αντίστοιχα απλό: Αφήστε τα παιδιά να έχουν το δικό τους ποδοσφαιρικό ταξίδι.
Δεν χρειάζονται δεύτερο προπονητή μέσα στο αυτοκίνητο μετά την προπόνηση ή στον δρόμο της επιστροφής από τον αγώνα.
Χρειάζονται γονείς.
Χρειάζονται κάποιον που μετά από έναν κακό αγώνα θα εξακολουθήσει να τα βλέπει ακριβώς με τον ίδιο τρόπο.
Αντί για «γιατί δεν έδωσες πάσα;», «γιατί σε έβγαλε ο προπονητής;», «γιατί χάσατε;», ίσως η καλύτερη ερώτηση πολλές φορές να είναι:
«Πέρασες καλά σήμερα;»
Αν καταφέρουμε προπονητές και γονείς να προστατεύσουμε την αγάπη του παιδιού για το παιχνίδι, έχουμε ήδη πετύχει κάτι πολύ σημαντικό.

– Τέλος, μια πιο καφενειακή ερώτηση. Ποιο ήταν το ποδοσφαιρικό σας ίνδαλμα ως ποδοσφαιριστής και ποιο ως προπονητής;
Εδώ για μένα η απάντηση είναι ξεκάθαρη: ο Γιόχαν Κρόιφ.
Και δεν τον θεωρώ ίνδαλμα μόνο για όσα έκανε ως ποδοσφαιριστής ή αργότερα ως προπονητής. Τον θαυμάζω κυρίως ως έναν άνθρωπο που κατάφερε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το ίδιο το ποδόσφαιρο.
Ο Κρόιφ δεν άφησε απλώς πίσω του τίτλους ή όμορφες ποδοσφαιρικές στιγμές. Άφησε ιδέες.
Με επηρεάζει ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζε το ποδόσφαιρο ως ένα παιχνίδι χώρου, χρόνου, αντίληψης, σχέσεων και αποφάσεων. Η ιδέα ότι ο ποδοσφαιριστής δεν πρέπει απλώς να εκτελεί, αλλά να κατανοεί τι συμβαίνει γύρω του, να σκέφτεται και να βρίσκει λύσεις μέσα στο παιχνίδι, είναι κάτι με το οποίο ταυτίζομαι πολύ και ως προπονητής.
Ίσως γι' αυτό όσο εξελίσσομαι προπονητικά τον εκτιμώ ακόμη περισσότερο.
Γιατί τελικά οι πραγματικά μεγάλοι άνθρωποι του ποδοσφαίρου δεν είναι μόνο εκείνοι που κέρδισαν.
Είναι εκείνοι που άφησαν το παιχνίδι διαφορετικό από αυτό που βρήκαν.
Και για μένα ο Γιόχαν Κρόιφ είναι ίσως το μεγαλύτερο παράδειγμα αυτού.

Για το SamosSport.gr Ωρίων Αντωνίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου